παναπόπληκτος
παναπόπληκτος, all-astounded
πᾰν-απόπληκτος, ον,
- all-astounded, Socr. Ep. 36.
παν·απόπληκτος, ος, ον [ᾰᾰ] tout à fait frappé de stupeur, Socr. Ep. p. 75.
Étym. π. ἀπόπληκτος.
παναπόπληκτος, ganz betäubt, bestürzt, Sp.