παναπείρων
πᾰν-απείρων, ον, gen. ονος,
- = foreg., ὦ π. Κρονίων Pi. Pae. 8.24.
παν·απείρων, ων, ον, gén. ονος [ᾰᾰ] c. le préc. Orph. H. 58, 10.
παναπείρων, ον, = παναπείριτος, Orph. H. 58.10.