πανεπήρατος
πανεπήρατος, all-lovely
πᾰν-επήρᾰτος, ον,
- all-lovely, Χαρίτων εἶδος IG 14.1858.
παν·επήρατος, ος, ον [ᾰᾰ] tout à fait aimable, Anth. App. 237.
Étym. π. ἐπήρατος.
πανεπήρατος
πᾰν-επήρᾰτος, ον,
- all-lovely, Anth.