πανεπόψιος
πανεπόψιος, all-observing, Hermes
πᾰν-επόψιος, ον,
- all-observing, Hermes 66.327 (Egypt), Nonn. D. 9.133, 32.94.
πανεπόψιος, ος, ον, c. πανεπόπτης, Nonn. D. 9, 133.
Étym. πανεπόπτης.
πανεπόψιος, = πανεπίσκοπος, Nonn. D. 9.133, 32.19.