πανεργέτης
πανεργέτης, all-effecting
πᾰν-εργέτης, ου, ὁ,
- all-effecting, Ζεύς A. Ag. 1486 (lyr.).
*παν·εργέτης, dor. παν·εργέτας, α [ᾰᾱ] adj. m. qui accomplit tout, Eschl. Ag. 1486.
Étym. π. ἔργον.
πανεργέτης, ὁ, der Alles Bewirkende, Διὸς πανεργέτα, Aesch. Ag. 1465.
tú, que tienes terrible aspecto, que todo lo has hecho
πανεργέτης
πᾰν-εργέτης, ου, ὁ,
ἔργω
- all-effecting, Doric gen. -εργέτα Aesch.