παντρόφος
παντρόφος, all-nurturing
παν-τρόφος, ον,
- all-nurturing, Γᾶ AP 7.476 (Mel.).
παν·τρόφος, ος, ον, qui nourrit tout, Anth. 7, 476.
παντρόφος, allnährend, = παντοτρόφος ; Orph. H. 25.2 ; γᾶ παντρόφε, Mel. 109 (VII.476).