παντοτεχνής Save LSJ Bailly 2024 Pape παντο-τεχνής, ές, = πάντεχνος, Orph. H. 10.20. παντο·τεχνής, ής, ές, c. πάντεχνος, Orph. H. 9, 20. παντοτεχνής, ές, = πάντεχνος, Orph. H. 9.20.