παντοτινάκτης
παντοτινάκτης, All-Shaker
παντο-τῐνάκτης, ου, ὁ,
- All-Shaker, epith. of Zeus, Orph. H. 15.8.
παντο·τινάκτης, ου [ῐ] adj. m. qui ébranle le monde, Orph. H. 14, 8.
Étym. π. τινάσσω.
παντοτινάκτης, ὁ, der Allerschütterer, Zeus, Orph. H. 14.8.