παντόφυρτος
παντόφυρτος, mixed all together
παντό-φυρτος, ον,
- mixed all together, A. Eu. 554 (lyr.); cf. πάμφυρτος.
παντό·φυρτος, ος, ον, c. πάμφυρτος, Eschl. Eum. 554.
παντόφυρτος, = πάμφυρτος, Aesch. Eum. 524.
παντόφυρτος
παντό-φυρτος, ον,
φύρω
- mixed all together, Aesch.