Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παντοφάρυγξ
παντοφάρυγξ, glutton
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παντοπώλης
παντοπωλία
παντοπώλιον
παντόπωλις
παντοραίστης
παντορέκτης
πάντοσε
παντόσεμνος
παντόσοφος
παντοστεγής
παντόστικτος
παντόσυνος
παντοσώματος
πάντοτε
παντότεκνος
παντοτελής
παντοτεχνής
παντότης
παντοτινάκτης
παντοτόκος
παντότολμος
παντοτρόπος
παντοτρόφος
παντουργία
παντουργικός
παντουργός
παντοῦχος
παντοφαγία
παντοφάγος
παντοφαής
παντοφάρυγξ
παντόφθαλμος
παντοφόβος
παντόφοβος
παντοφόρος
παντοφυής
παντόφυρτος
παντοχάρυβδις
παντοχόθεν
παντόχροος
παντόχρους
παντρέφω
πάντρητος
πάντρομος
πάντροπος
παντρόπος
παντρόφος
πάντροφος
παντυχία
παντώνια
παντώνυμος
πάντως
πάνυ
Πανύασις
πάνυγρος
πανύμνητος
πανύπατος
πανυπείροχος
πανυπενθής
πανυπέραγνος
πανυπέρτατος
…
παντοφάρυγξ
Save
παντοφάρυγξ, glutton
LSJ
παντο-φάρυγξ [
φᾰ
], υγγος, ὁ,
glutton,
Eust.
1837.39.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}