Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παράλλακτος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παραληπτέος
παραληπτής
παραλήπτης
παραληπτικός
παραληπτός
παραλήπτωρ
παραληρέω
παραλήρημα
παραλήρησις
παράληρος
παράληψις
παραλία
παραλιθάζω
παράλιμνος
παραλιμπάνω
παράλιοι
Παράλιοι
παράλιον
Παράλιον
παράλιος
Παράλιος
παραλίσκομαι
παραλιταίνω
παραλίτης
παραλιώτης
παραλλαγή
παράλλαγμα
παραλλακτέον
παραλλακτικός
παραλλακτός
παράλλακτος
παραλλαλή
παραλλάξ
παράλλαξις
παραλλάσσω
παραλλαττόντως
παραλλάττω
παραλληγορέω
παραλληλεπίπεδον
παραλληλεπίπεδος
παραλληλεύομαι
παραλληλία
παραλληλίζω
παραλληλισμός
παραλληλόγραμμον
παραλληλόγραμμος
παραλληλογράμμως
παράλληλος
παραλληλότης
παραλλήλως
παραλογεία
παραλογεύομαι
παραλογή
παραλογία
παραλογίζομαι
παραλογισμός
παραλογιστής
παραλογιστικός
παραλογιστός
παράλογος
παραλόγως
…
παράλλακτος
Save
Pape
παράλλακτος
,
verändert, veränderlich
, Plut.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}