παρακληΐω Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape παρακληΐω, v. παρακλείω. παρακληρόω, v. παραπληρόω. παρα·κληΐω, v. παρακλείω. παρακληΐω Ion. voor παρακλείω. παρακληΐω, ion. = παρακλείω.