παρακλίντωρ
παρα-κλίντωρ, ορος, ὁ,
- = παρακλίτης, AP 9.257 (Apollonid.).
παρακλίντωρ, ορος (ὁ) c. παρακλίτης, Anth. 9, 257.
παρακλίντωρ, ορος, ὁ, = παρακλίτης, Apollds. 11 (IX.257).
παρακλίντωρ, ορος, ὁ,
= παρακλίτης, Anth.