παρακλητικός
παρακλητικός, hortatory
παρα-κλητικός, ή, όν,
- stimulating, νοήσεως Pl. R. 523e; τῆς διανοίας ib. 524d; hortatory, π. τι ᾄδειν Phld. Mus. p.18 K.; σημαίνειν τὰ π. τοῦ πολέμου D.H. 4.17; λόγος π. ὁμονοίας ib. 26; π. λόγοι LXX Za. 1.13; π. εἰς εὐσέβειαν Iamb. Protr. 21.
- II π. ὁμολογία agreement concluded on demand (cf. παράκλησις I.4), POxy. 125.11 (vi A.D.), etc.
παρακλητικός, ή, όν, propre à exhorter, à exciter, à encourager à, gén. Plat. Rsp. 523d, etc. ; DH. 4, 26 ; subst. τὰ παρακλητικὰ τοῦ πολέμου, DH. 4, 17, le signal de la guerre.
Étym. παρακαλέω.
παρακλητικός, ή, όν, zurufend, ermunternd ; τινός, z.B. τῆς διανοίας, Plat. Rep. VII.524d ; Folgde : Pol. 24.2.9 ; λόγον διεξῆλθε παρακλητικὸν ὁμονοίας Dion.Hal. 4.26 ; τὰ π. τοῦ πολέμου, τῆς μάχης, Signal zur Schlacht, 4.17, 6.10 ; tröstend, Schol. Aesch. Prom. 379.
παρακλητικός, ή, όν
- hortatory, Plat.