Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παρακολλητικόν
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παρακλύω
παρακμάζω
παράκμασις
παρακμαστικός
παρακμή
παρακνάομαι
παρακνάω
παρακνημίδιος
παρακνήμιον
παρακνημίς
παρακνημόομαι
παρακνίζω
παρακοάω
παρακοή
παρακοιμάομαι
παρακοίμημα
παρακοίμησις
παρακοιμητής
παρακοιμίζω
παρακοιμιστής
παρακοινάομαι
παρακοινάω
παρακοινόω
παρακοιτέω
παρακοίτης
παράκοιτις
παράκοιτος
παρακολλάω
παρακόλλημα
παρακόλλησις
παρακολλητικόν
παρακολλητικός
παράκολλος
παρακολουθέω
παρακολούθημα
παρακολούθησις
παρακολουθητέον
παρακολουθητικός
παρακολουθητικῶς
παρακολουθία
παρακόλουθος
παρακολυμβάω
παρακομιδή
παρακομίζω
παρακομιστής
παράκομμα
παράκομος
παρακονάω
παρακονίασις
παρακονιάω
παρακοντίζω
παρακοπή
παράκοπος
παρακοπτικός
παρακόπτω
παρακορέω
παράκοσμος
παρακόσμως
παρακοτέω
παράκουσις
παράκουσμα
…
παρακολλητικόν
Save
Bailly 2024
παρακολλητικόν,
οῦ
(
τὸ
) emplâtre,
Cels.
4, 19
.
Étym.
παρακολλάω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}