παρακοίμημα Save LSJ Pape παρακοίμ-ημα, ατος, τό, = παραγκάλισμα, Sch. S. Ant. 650. παρακοίμημα, τό, Beischlaf, Schol. Soph. Ant. 661 Erkl. von παραγκάλισμα.