Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παρακολουθητικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παρακνήμιον
παρακνημίς
παρακνημόομαι
παρακνίζω
παρακοάω
παρακοή
παρακοιμάομαι
παρακοίμημα
παρακοίμησις
παρακοιμητής
παρακοιμίζω
παρακοιμιστής
παρακοινάομαι
παρακοινάω
παρακοινόω
παρακοιτέω
παρακοίτης
παράκοιτις
παράκοιτος
παρακολλάω
παρακόλλημα
παρακόλλησις
παρακολλητικόν
παρακολλητικός
παράκολλος
παρακολουθέω
παρακολούθημα
παρακολούθησις
παρακολουθητέον
παρακολουθητικός
παρακολουθητικῶς
παρακολουθία
παρακόλουθος
παρακολυμβάω
παρακομιδή
παρακομίζω
παρακομιστής
παράκομμα
παράκομος
παρακονάω
παρακονίασις
παρακονιάω
παρακοντίζω
παρακοπή
παράκοπος
παρακοπτικός
παρακόπτω
παρακορέω
παράκοσμος
παρακόσμως
παρακοτέω
παράκουσις
παράκουσμα
παρακουσμάτιον
παρακουστέον
παρακουστέος
παρακουφίζω
παρακούω
παρακρατέω
παρακρατητέον
παρακρέκω
…
παρακολουθητικῶς
Save
Bailly 2024
παρακολουθητικῶς
[
ᾰκ
]
adv.
avec intelligence,
M. Ant.
6, 42
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}