παρακοινάομαι
παρακοινάομαι, to communicate
παρακοινάομαι, Med.,
- communicate, τινί τι Pi. P. 4.133.
παρα·κοινάομαι-ῶμαι, communiquer à, dat. Pd. P. 4, 236.
Étym. π. κοινός.
For Pindar, see also: παρακοινάω
παρακοινάομαι
- Mid. to communicate, τί τινι Pind.