παρακοινάω
παρακοινάω, confide
παρακοινάω, = παρακοινόω, Pind. P. 4.133 im med., λόγον συγγενέσιν παρεκοινᾶτο.
παρακοινάω med.,
- 1confide c. acc. & dat., πάντα λόγον συγγενέσιν παρεκοινᾶθʼ. P. 4.133