Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παρακουφίζω
παρακουφίζω, relieve tension
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παρακολούθημα
παρακολούθησις
παρακολουθητέον
παρακολουθητικός
παρακολουθητικῶς
παρακολουθία
παρακόλουθος
παρακολυμβάω
παρακομιδή
παρακομίζω
παρακομιστής
παράκομμα
παράκομος
παρακονάω
παρακονίασις
παρακονιάω
παρακοντίζω
παρακοπή
παράκοπος
παρακοπτικός
παρακόπτω
παρακορέω
παράκοσμος
παρακόσμως
παρακοτέω
παράκουσις
παράκουσμα
παρακουσμάτιον
παρακουστέον
παρακουστέος
παρακουφίζω
παρακούω
παρακρατέω
παρακρατητέον
παρακρέκω
παρακρέμαμαι
παρακρεμάννυμι
παράκρημνος
παρακρίνω
παρακριτής
παρακροάομαι
παρακρόασις
παρακροατής
παρακροκίζω
παρακροτέω
παράκρουσις
παρακρουσιχοίνικος
παράκρουσμα
παρακρουσμός
παρακρουστικός
παράκρουστος
παρακρούω
παρακρύπτω
παράκρυψις
παρακρώζω
παρακταῖος
παρακτάομαι
παρακτέον
παράκτης
παράκτησις
παρακτίδιος
…
παρακουφίζω
Save
παρακουφίζω, relieve tension
LSJ
παρακουφίζω,
relieve tension,
Sor.
1.77.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}