παραλογία
παραλογ-ία, ἡ, in Gramm.,
- false form, EM 807.57, Eust. 154.2.
- II μετὰ παραλογίας, = παραλόγως, Sch. Il. 23.388.
παραλογία, ας (ἡ) erreur, Nyss.
Étym. παράλογος.
παραλογία, ἡ, Ausrede, Sp. Aber μετὰ παραλογίας = παραλόγως, Schol. Il. 23.388.