παραλληλότης
παραλληλότης, repetition
παραλληλότης, ητος, ἡ,
- repetition, ἐν π. κεῖσθαι (of τε . . τε . . ) A.D. Adv. 140.14; κατὰ παραλληλότητα Id. Synt. 318.22.
παραλληλότης, ητος (ἡ) parallélisme, d’où analogie, similitude, Dysc. Adv. (Bkk. 550, 27); Synt. p. 318, 22.
Étym. παράλληλος.
παραλληλότης, ητος, ἡ, das Gleichlaufendsein, Nebeneinanderstehen, ἐν παραλληλότητι, = ἐκ παραλλήλου, Gramm.