παράμερος
παράμερος [ᾱ], ον, Dor. for παρήμερος, Pi. O. 1.99.
παράμερος, v. παρήμερος.
παρᾱμερος
- 1daily, coming each day τὸ δʼ αἰεὶ παράμερον ἐσλόν O. 1.99