παραμένιος
παραμένιος, ον
- (later form of παραμόνιμος), etym. of Πράμνιος, Ath. 1.30e codd., EM 686.38: παραμένειος Eust. 871.24. Adv. -ενίως (codd. -μένως) Sch. Opp. H. 2.612.
παραμένιος, ος, ον, qui reste, Ath. 30b.
Étym. παραμένω.