παραμασύντης
παραμᾰσ-ύντης, ου, ὁ, = foreg., Alex. 222.8, Ephipp. 8.6.
παρα·μασύντης, ου (ὁ) [μᾰ] c. le préc. Alex. et Ephipp. (Com. fr. 3, 486, 328).
παραμασύντης, = παραμασήτης, ὁ, Alexis bei Ath. IV.134b, wie Ephipp. ib. XIV.642e.