παραλυτικός
παραλυτικός, paralytic
παρα-λῠτικός, ή, όν,
- paralytic, Ev.Matt. 4.24, Dsc. 1.16, Ruf. ap. Orib. 8.39.8.
παραλυτικός, ή, όν [ῠῐ] paralytique, NT. Matth. 4, 24 ; 8, 6, etc.
Étym. παράλυτος.
παραλυτικός, ή, όν, an einer Seite gelähmt, paralytisch, Sp., NT.
παραλυτικός
from παράλῠσις
παραλῠτικός, ή, όν
- paralytic, NTest.