παραπληγία Save Bailly 2024 Pape παραπληγία, ας (ἡ) paralysie partielle ou légère, p. opp. à ἀποπληξία, Hpc. Epid. 1, 950. Étym. cf. παραπληξία. παραπληγία, ἡ, ion. = παραπληξία, Lobeck Phryn. 530.