παραπικρασμός
παραπικρασμός, provocation
παραπικρ-ασμός, ὁ,
- provocation, LXX Ps. 94(95).8, Ep.Hebr. 3.8, 15.
παραπικρασμός, οῦ (ὁ) [ῐ] action d’aigrir, d’exaspérer, Spt. Ps. 94, 8 ; NT. Hebr. 3, 8.
Étym. παραπικραίνω.
παραπικρασμός, ὁ, Erbitterung, LXX.NT.
παραπικρασμός
from παραπικραίνω
παραπικρασμός, οῦ, ὁ,
- provocation, NTest.