Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παράπλωμα
παράπλωμα, curtain
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παραπλευρόω
παραπλευστέος
παραπλέω
παραπληγία
παραπληγίη
παραπληγικός
παραπληγικῶς
παραπλήθω
παραπληκτεύομαι
παραπληκτίζω
παραπληκτικός
παράπληκτος
παραπλήξ
παραπληξία
παραπληρόω
παραπλήρωμα
παραπληρωματικός
παραπλήρωσις
παραπλησιάζω
παραπλησιαίτερον
παραπλήσιος
παραπλησίως
παραπλήσσω
παραπλήττω
παραπλόκαμος
παραπλοκή
παραπλομένοισι
παραπλόμενος
παράπλοος
παράπλους
παράπλωμα
παραπλώω
παραπνέω
παραπνοή
παραπόδας
παραποδίζω
παραπόδιος
παραποδισμός
παραποδιστός
παραποδύομαι
παραποθνῄσκω
παραποιέω
παραποίημα
παραποίησις
παραπολαύω
παραπόλλυμι
παραπολύ
παραπομένω
παραπομπεύω
παραπομπή
παραπομπικά
παραπόμπιμος
παραπομπός
παραπόντιος
παραπορεύομαι
παραπορθμεύω
παραπορρίπτω
παραπόρφυρος
Παραποτάμιοι
παραποτάμιος
παραποφαίνομαι
…
παράπλωμα
Save
παράπλωμα, curtain
LSJ
παράπλωμα, ατος, τό, (ἁπλόω)
curtain,
Suid. s.v. παραπέτασμα.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}