Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παραπληγικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παραπίμπραμαι
παραπίμπρημι
παραπιπράσκω
παραπίπτω
παραπιστεύω
Παραπίτα
παραπιτνάω
παραπλαγιάζω
παραπλαγιασμός
παραπλάγιος
παραπλάζω
παραπλανάομαι
παραπλανάω
παράπλασμα
παραπλασμός
παραπλάσσω
παράπλαστος
παράπλεγμα
παράπλειος
παραπλεκτέον
παραπλέκω
παραπλευρίδια
παραπλεύριος
παράπλευρος
παραπλευρόω
παραπλευστέος
παραπλέω
παραπληγία
παραπληγίη
παραπληγικός
παραπληγικῶς
παραπλήθω
παραπληκτεύομαι
παραπληκτίζω
παραπληκτικός
παράπληκτος
παραπλήξ
παραπληξία
παραπληρόω
παραπλήρωμα
παραπληρωματικός
παραπλήρωσις
παραπλησιάζω
παραπλησιαίτερον
παραπλήσιος
παραπλησίως
παραπλήσσω
παραπλήττω
παραπλόκαμος
παραπλοκή
παραπλομένοισι
παραπλόμενος
παράπλοος
παράπλους
παράπλωμα
παραπλώω
παραπνέω
παραπνοή
παραπόδας
παραποδίζω
παραπόδιος
…
παραπληγικῶς
Save
Bailly 2024
παραπληγικῶς,
adv.
avec une paralysie partielle
ou
légère,
Hpc.
125
d
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}