παραφρόνησις
παραφρόν-ησις, εως, ἡ,
- = παραφροσύνη, LXX Za. 12.4, Hp. Ep. 18, Herod.Med. in Rh.Mus. 58.70.
παραφρόνησις, εως (ἡ) délire, folie, Spt. Zach. 12, 4.
Étym. παραφρονέω.
παραφρόνησις, ἡ, = παραφροσύνη, Sp., wie Schol. Soph. O.R. 118.