παραφρόνιμος
παραφρόν-ιμος, ον,
- = παράφρων, S. OT 691 (lyr.).
παρα·φρόνιμος, ος, ον [ῐ] insensé, Soph. O.R. 691.
παραφρόνιμος, = παράφρων, Soph. O.R. 691.
παραφρόνιμος, ον,
= παράφρων, Soph.