παραφυής
παραφυής, growing beside
παραφῠ-ής, ές,
- growing beside, of extra fingers, Paul.Aeg. 6.43: παραφυές, τό, = παραφυάς, Arist. Rh. 1356a25.
παρα·φυής, ής, ές, qui croît auprès : τὸ παραφυές, Arstt. Rhet. 1, 2, 7, ramification.
Étym. παραφύω.
παραφυής, ές, das daneben Wachsende, συμβαίνει τὴν ῥητορικὴν οἷον παραφυές τι τῆς διαλεκτικῆς εἶναι, Arist. rhet. 1.2, wie παραφυάς.
παραφυής, ές
- growing beside: παραφυές, παραφυάς, Arist.