παραφυκισμός Save Bailly 2024 Pape παραφυκισμός, οῦ (ὁ) [ῡ] action de farder, Clém. 1, 521 Migne. Étym. π. φῦκος. παραφυκισμός, [ῡ], ὁ, das Schminken, Clem.Al.