παραφρυκτωρεύομαι
παραφρυκτωρεύομαι, signal to the enemy
παραφρυκτωρ-εύομαι,
- = sq., τοῖς πολεμίοις Lys. 13.67.
παρα·φρυκτωρεύομαι, c. le suiv. Lys. 136, 7.
παραφρυκτωρεύομαι, dem Feinde verräterisch ein Feuersignal geben, πολεμίοις, Lys. 13.67.