Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παρορμητέον
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παροπτάω
παροπτέος
παρόπτησις
παρόπτομαι
πάροπτος
παρόραμα
παρόρασις
παρορατέον
παρορατικός
παροράω
παροργίζω
παρόργισμα
παροργισμός
παρορέγω
παρόρειος
παρορέω
παρόρθιος
παρορία
παρορίζω
παρορίνω
παρόριος
παρορισμός
παροριστέον
παροριστής
παρορκέω
παρορκία
παρορμάω
παρορμέω
παρόρμημα
παρόρμησις
παρορμητέον
παρορμητικός
παρορμίζω
παρορμιστέον
πάρορνις
παρόρνυμι
παρορύσσω
παρορύττω
παρορφνιδωτός
παρορχέομαι
πάρος
Πάρος
πᾶρος
παρόσον
παροσφραίνω
παρότρυνσις
παροτρυντικός
παροτρύνω
παρούα
παρουάτιος
παρουλίς
πάρουλος
παρουλότριχος
πάρουρος
παρουσία
παρουσιάζομαι
παρουσιάζω
παροφθαλμιστής
παροχέομαι
παροχέτευσις
παροχετευτέον
…
παρορμητέον
Save
Bailly 2024
παρορμητέον,
vb. de
παρορμέω,
Phil. byz.
Bel.
100, 38
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}