παροτρυντικός
παροτρυντικός, fit for inciting
παροτρ-υντικός, ή, όν,
- fit for inciting, εἰς μάχην Eust. 1169.55.
παροτρυντικός, ή, όν, zum Antreiben gehörig, geeignet, Eust. 1169.55.