πεντηκοντατέσσαρες
πεντηκοντατέσσαρες, fifty-four
πεντηκοντα-τέσσᾰρες, α,
- fifty-four, LXX 2 Es. 2.7.
πεντηκοντα·τέσσαρες, ες, α [ᾰᾰ] cinquante-quatre, Spt. 1 Esdr. 12, 14.
πεντηκοντατέσσαρες, vierundfünfzig.