περικαθίεμαι
περικαθίεμαι, have hung round one
περικαθ-ίεμαι, Pass.,
- have hung round one, περιβραχιόνια καὶ περιαυχένια περικαθειμένη Ph. 2.266.
περι·καθίεμαι (part. pf. moy. au sens pass. περικαθειμένος) ajuster autour de soi, acc. Phil. 2, 266.