περίκακος
περίκακος, very bad
περίκᾰκ-ος, ον,
- very bad, Ptol. Tetr. 68.
περί·κακος, ος, ον [ᾰ] tout à fait méchant, Ptol. Tetr. 68, 16.
Étym. π. κακός.
περίκακος, sehr schlecht, sehr unglücklich, Procl.