πλαγιοφορέομαι
πλαγιοφορέομαι, lie athwart
πλᾰγιο-φορέομαι,
- lie athwart, Sor. 1.57.
πλαγιο·φορέομαι-οῦμαι [ᾰ] être emporté ou se mouvoir obliquement, Sor.
Étym. πλ. φορέω.
πλαγιοφορέομαι, lie athwart