πλαγιοχαίτης
πλαγιοχαίτης, with hair across
πλᾰγιο-χαίτης, ου, ὁ,
- with hair across, Hsch. s.v. δοχμόκορσοι.
πλαγιοχαίτης, ὁ, mit schiefem Haare, Hesych.
πλαγιοχαίτης, with hair across