πλάστρια
πλάστρια, ἡ, fem. of πλάστης, of the μονάς, Theol.Ar. 5; of φύσις, Herm. ap. Stob. 1.49.69.
πλάστρια, ας, adj. f. var. p. πλάστειρα, Hermés. (Stob. Ecl. 1, 1084).
πλάστρια, ἡ, fem. zu πλαστήρ, Bildnerin, Hermes bei Stob. ecl. 1 p. 1084.