Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πλαστεύω
πλαστεύω, to falsify
Middle Liddell
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πλάνιος
πλανίς
πλανοδαίμων
πλανοδία
πλανόδιος
πλανολόγος
πλάνος
πλανοστιβής
πλανοτρόπος
πλανύττω
πλανώδης
πλάξ
πλᾶξε
πλάξεν
πλάξιππος
πλάσαι
πλάσιον
πλάσις
πλάσμα
πλασματίας
πλασματικός
πλασματογραφέω
πλασματογράφος
πλασματώδης
πλάσσω
πλασταρεύοντες
πλασταρεύω
πλάστειρα
πλαστέον
πλαστευτής
πλαστεύω
πλαστή
πλαστήριον
πλάστης
πλαστίγγιον
πλάστιγξ
πλαστικάριος
πλαστικός
πλάστις
πλαστογραφέω
πλαστογράφημα
πλαστογραφία
πλαστογράφος
πλαστοκόμης
πλαστολάλος
πλαστολογέω
πλαστολόγος
πλαστοποιός
πλαστός
πλαστουργέω
πλαστούργημα
πλαστουργία
πλαστουργός
πλάστρα
πλάστρια
πλάστρον
πλαστῶς
πλάτα
πλαταγέω
πλαταγή
πλατάγημα
…
πλαστεύω
Save
πλαστεύω, to falsify
Middle Liddell
πλαστεύω,
to falsify
, Byz.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}