πλάστις Save LSJ Bailly 2024 Pape πλάστις, ιδος, fem. of πλάστης, Ael. NA 5.42. πλάστις, ιδος (ἡ) [ῐδ] fém. de πλάστης, El. N.A. 5, 42. πλάστις, ἡ, fem. von πλάστης, Bildnerin, Ael. H.A. 5.42.