πλαστουργία
πλαστουργία, work of plastic art
πλαστουργ-ία, ἡ,
- work of plastic art, of statues, Tz. H. 7.932; ποικίλη π., of cakes, ib. 13.325.
πλαστουργία, ἡ, das Bild, Formen, Tzetz.