πλατυκός Save LSJ Bailly 2024 Pape πλᾰτῠκός, v. πλατικός. πλατυκός, ή, όν [ᾰῠ] qui s’élargit, d’où prolixe, diffus, Phot. 3, 521 Migne. Étym. πλατύς. πλατυκός, breit, weitläuftig, Paul.Aeg.