πλατύκερκος
πλατύκερκος, flat-tailed
πλᾰτύ-κερκος, ον,
- flat-tailed, οἶες Arist. HA 596b4.
πλατύ·κερκος, ος, ον [ᾰῠ] à queue large, Arstt. H.A. 8, 10, 5.
Étym. πλ. κέρκος.
πλατύκερκος, breitschwänzig, Arist. H.A. 8.10.