πλατυκορίασις Save LSJ Bailly 2024 Pape πλᾰτυ-κορίᾱσις, εως, ἡ, = foreg., Gal. 14.768. πλατυ·κορίασις, εως (ἡ) [ᾰῠ] c. le suiv. p. opp. à στενοκορίασις, Gal. 14, 768. πλατυκορίασις, ἡ, = πλατυκορία, Sp., das Gegenteil von στενοκορίασις.