Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πλατυλίσγιον
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πλατόω
πλάττω
πλατυαλουργής
πλατυάμφοδος
πλατυαύχην
πλατυγάστωρ
πλατυγένειος
πλατυγίζω
πλατύγλωσσος
πλατύγλωττος
πλατύγναθος
πλάτυγξ
πλατύζομαι
πλατυθάλασσος
πλατυίσχιος
πλατύκαρπος
πλατύκαρφος
πλατύκαυλος
πλατύκερκος
πλατύκερως
πλατυκέφαλος
πλατύκομος
πλατυκορία
πλατυκορίασις
πλατυκορίη
πλατυκός
πλατυκύμινον
πλατυκῶς
Πλατύλαιμος
πλατυλέσχης
πλατυλίσγιον
πλατυλίσγων
πλατυλογέω
πλατυλόγος
πλατύλογχος
πλατυμέτωπος
πλατυμήλη
πλάτυμμα
πλάτυνσις
πλατυντέον
πλατυντέος
πλατύνω
πλατύνωτος
πλατυόνυχος
πλατύουρος
πλατυόφθαλμος
πλατύπεδος
πλατυπήγιον
πλατύπιλος
πλατύπλευρον
πλατυπόρφυρος
πλατύπους
πλατυπρόσωπος
πλατύπυγος
πλατύρ
πλατυρημοσύνη
πλατυρρημοσύνη
πλατύρριν
πλατύρρινος
πλατύρρις
πλατύρροος
…
πλατυλίσγιον
Save
Bailly 2024
πλατυ·λίσγιον,
ου
(
τὸ
)
[
ᾰῠ
]
dim. du suiv.
Héron
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}